Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2008

Χιλιες λεξεις αλλα ποιές;

Είναι Ιούνιος του 2006, μέρα Τετάρτη νομιζω. Το βράδυ ειναι τα εγκαίνια της έκθεσης του Γιαννη Μπεχράκη με τίτλο "Χαος" στο Χατζηγιάννειο της Λάρισας. Δεν υπήρχε περιπτωση να το χάσω! Θα ήτανε η πρωτη έκθεση ενός τόσο μεγάλου ονοματος που θα έβλεπα ζωντανά. Και μαλιστα θα ήτανε και ο ίδιος ο Μπεχράκης στα εγκαίνια: ενας ζωντανος θρυλος της Φωτογραφίας στην Ελλάδα θα ητανε εκεί, διαθεσιμος για ερωτησεις! Φτάνω μετα το βαρετό μέρος των εγκαινίων, τις προσφωνήσεις των δήθεν επωνυμων και τοπικών αρχόντων. Δεν τον είχα δει ποτέ και δεν ηξερα πως ήτανε, περίμενα όμως πως θα τον αναγνωρίσω. Εν τω μεταξύ γυρνάω την έκθεση, με το στόμα ανοιχτό περνάω απο φωτογραφία σε φωτογραφία. Είναι τυπωμένες σε αρκετά μεγάλο μέγεθος και σε συνδυασμό με το θέμα τους (εικόνες απο εμπολεμες περιοχές) η κάθεμια ειναι γροθιά στο στομάχι. Μια φωτογραφία με ένα μεγάλο λευκό σεντόνι γεμάτο αίμα περασμενο σε ένα ιστίο σημαίας, ενα πληθος προσφυγων που περπατάνε, ενα παιδί κοιτάει μέσα απο ενα σπασμένο τζάμι και άλλες πολλές. Μέσα σ'αυτές ήτανε και η φωτογραφία επάνω. Το τεχνικό "κόλπο" του φωτογράφου (μεγάλη έκθεση και ζουμάρισμα του φακού) εστιάζει σε ένα νεκρό σώμα παιδιου. Δίπλα στην φωτογραφία ειναι ένα πηγαδάκι και στο κέντρο ειναι ο Μπεχράκης ο ίδιος: βραχύσωμος αλλα γυμνασμένος, γυαλίζει το μάτι του απ'αυτά που έχει δει: στην τελευταια αποστολή του, επιτεθήκανε στο κομβόι που επέβαινε και τον κυνηγήσανε οι αντάρτες. Πιστευοντας πως σε λίγο θα τον πιάνανε και θα τον σκοτώνανε, έβγαλε μια τελευταία φωτογραφία του εαυτού του. Ευτυχως επέζησε αυτης της περιπέτειας και την αφηγηθηκε.
Τον ρωτάνε πολλά και διάφορα. Για ώρα θέλω να τον ρωτησω κατι αλλα διστάζω. Σε μια παυση απο τις ερωτησεις, το παιρνω αποφαση και τον ρωτάω: "Εχετε ποτέ αισθανθεί εθισμένος σε φωτογραφίες πόνου και θανάτου; εχετε πιάσει τον εαυτο σας να αποζητά τέτοιες εικόνες;". Η απάντηση του έχει τυπωθεί στο μυαλό μου: μου διηγηθηκε μια προσωπική ιστορία. Οταν ήτανε στην Βαγδάτη, ένα χρόνο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης, είχε βρεθεί κοντά σε έναν ναό πριν απο μια κηδεία. Ανέβηκε στον γυναικωνίτη κι εβγαλε μια σειρά φωτογραφίων, μια εκ των οποίων και αυτη επάνω. Μετά το τέλος της έκθεσης, εμαθε και την ιστορια πίσω απο την κηδεία: ενας πατέρας εθαβε τα τρία του παιδιά και την γυναίκα του, τους οποίους και κουβάλησε νεκρούς σε ενα κάρο επι χιλιόμετρα. Στην φωτογραφία ο πατέρας ο ίδιος βάζει στο φέρετρο το μικρότερο παιδί του. Το ίδιο απογευμα, πέρασε τις φωτογραφίες στον φορητό του και τις κοιτούσε, όταν τον πλησίασαν φίλοι του φωτογράφοι που κανανε φωτορεπορτάζ κι αυτοι στον πολεμο στο Ιρακ. Τότε, τους έδειξε ενθουσιασμένος τις φωτογραφίες της κηδείας, εξαιρετικά ικανοποιημένος απο το αισθητικό αποτέλεσμα και δέχτηκε τα κολακευτικά σχόλια απο τους φίλους του. Και τότε πάγωσε! Πάγωσε επειδη συνειδητοποίησε τι έκανε, με τι χαιρότανε, τι σχολίαζε αισθητικά και τι επεδείκνυε σαν ποιοτικό έργο στους φίλους του. Μετά την περιγραφή αυτή μου είπε ενα δυο πράγματα παραπάνω: καμιά φορά ο άνθρωπος που κάνει την δουλειά του σε αυτη την τρέλα του πολέμου και του θανάτου, την συνηθίζει τόσο πολύ που την διαχειρίζεται εντελώς διαφορετικά πια. Δεν είσαι άνθρωπος, εισαι φωτογραφική μηχανή μερικές φορές και καταγράφεις. Έτσι πρέπει, δεν μπορείς να αναμιχθείς με την κάθε εικόνα που βλέπεις και καταγράφεις. Αλλα δεν μπορείς να το κάνεις συνέχεια αυτό. Γιατί όσο καλός και καλοπληρωμένος φωτογράφος αν είσαι, εισαι και άνθρωπος. Κι έχεις και οικογένεια και παιδιά και φίλους και ο θάνατος σε τρελαίνει σε λίγο καιρό. Γι'αυτό μου και πρέπει να κάνεις αποχή απο τέτοιες αποστολές. Αλλιώς μπορεί να σε αλλάξει επικίνδυνα όλο αυτό. 
Εκείνη ακριβώς την στιγμη, δίπλα μου βρισκεται μια δήθεν επωνυμη πλούσια Λαρισαία απ'αυτές που ποζάρουνε τις ρυτίδες του προσώπου και της ψυχης τους συχνα στις εφημερίδες και πετάγεται και αναφωνει: "Μα ειναι Τέχνη! Η φωτογραφία αυτη είναι Τεχνη!". Αναφερότανε στην φωτογραφία αυτή, με τον πατέρα να κηδεύει το παιδί του το ίδιο.
Ο καθένας τα ερμηνευει κάτι τέτοια όπως θέλει, δε λέω. Μήπως όμως σαν άνθρωποι έχουμε διαμορφώσει μια αισθητική στην οποία έχουμε μια επιλεκτική μυωπία: βλέπουμε μια φωτογραφία αισθητικά λες και δεν βλέπουμε τι δείχνει, αδιαφορούμε για το θέμα αλλα μας νοιάζει η απόδοση του; Η ηθική μας έχει φτάσει σε ένα σημείο να λέμε πως αφού δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό που βλέπουμε, τουλάχιστον ας το βλέπουμε σαν θέαμα, ας κοιτάμε τους καημένους νεκρούς την ώρα που εμεις εχουνε αναπαυτεί σε ένα "κι εγω τι να κάνω;". Είναι η φωτογραφία και το θέμα της δυο διαφορετικά θέματα; μια φωτογραφία είναι χίλες λέξεις, συμφωνω, αλλα ποιές λέξεις; τι μας λέει η φωτογραφία που βλέπουμε; ξερουμε να διαβάσουμε την φωτογραφία ή προτιμάμε να θαυμάσουμε το σύμπλεγμα φόρμας, γεωμετρίας και χρώματος; υπάρχουνε αισθητικοί περιορισμοί σε συγκεκριμένα θέματα; πρέπει δλδ να λέμε πως σε κάποια θέματα πρέπει να προσέχει ο φωτογράφος πως να τα αποδόσει ενω σε άλλα η "καλλιτεχνικότητα" είναι σαν να χρυσώνουμε ένα χάπι που δεν πρέπει να χρυσώνουμε επειδη είναι μια σκληρή εικόνα; πόσο εύκολα μπορούμε να κρίνουμε αν μια εικόνα είναι ιερόσυλο να την διαχειριζόμαστε αισθητικά όταν είμαστε μακριά απο το γεγονός (πόλεμο, καταστροφή κλπ); 
Τελικά, όταν βλέπουμε μια εικόνα, την βλέπουμε πραγματικά ή βλέπουμε ένα κομμάτι απο τον εαυτό μας σε αυτήν; η απόρριψη ή η έγκριση της, ειναι και γνωμοδότηση για τον χαρακτηρα μας;...