Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2006

Η OBCZ της Λάρισας στα Starbucks


Ενα μεγάλο μέρος του εσωτερικού των Starbucks στην Λάρισα. Δεξιά είναι το σαλονάκι με τους τρεις καναπέδες, το τραπεζάκι (δεν φαίνεται) και το τζάκι που πάνω του είναι τα βιβλία.



Το σαλονάκι που εγινε και το 1ο Bookcrossing meeting της Λάρισας και θα γίνουν και άλλα στο μέλλον όπως όλοι ελπίζουμε, με Λαρισαίους και μη bcers

Μην πυροβολείτε τον καλλιτέχνη!

Η Τέχνη είναι δύο πράγματα τουλάχιστον: είναι άχρηστη και είναι πολιτισμός. Είναι άχρηστη γιατί δεν είναι βιοτική ανάγκη. Δεν τρως έναν Dali (έστω κι αν ο Joseph Fienes θα διαφωνούσε στο «Red Dragon») για να χορτάσεις, δεν δροσίζεσαι με μια φωτογραφία του Stieglitz, δεν ζεσταίνεσαι τυλιγμένος με έναν Brancusi. Η Τέχνη είναι «άχρηστη» γιατί δεν είναι απαραίτητη για την ζωή. Ζεις και χωρίς αυτήν και αυτό εύκολα επιβεβαιώνεται από το πόσοι άνθρωποι ζουν χωρίς αυτήν. Για αυτό τον λόγο όμως η Τέχνη είναι κάτι που απαιτεί μεράκι, αγάπη, πάθος, έρωτα και κούραση. Για αυτόν τον λόγο καλλιτέχνες που βάζουν την Τέχνη πάνω από αυτές τις βιοτικές ανάγκες τους, γίνονται πολλές φορές καλλιτεχνικά τέρατα, γιατί ανατρέπουνε αυτή την ζωτική ιεραρχία, χωρίς βέβαια πάντα να είναι εγγυημένα τα αποτελέσματα. Ακόμα και πλούσιοι καλλιτέχνες όμως μεγαλουργήσανε γιατί δεν τους απασχολούσανε οι βιοτικές τους ανάγκες, όπως ο Picasso ή ο Bresson. Το ότι η Τέχνη είναι πολιτισμός είναι σχεδόν προφανές. Είναι μια από τις ανώτερες ανθρώπινες δραστηριότητες, ένας θρίαμβος της διάνοιας, χαρακτηριστικό αναπτυγμένων πολιτισμών.

Σκεφτείτε λοιπόν τον συνδυασμό των παραπάνω χαρακτηριστικών για ένα λεπτό και θα συνειδητοποιήσετε πόσο σημαντική είναι και πρέπει να είναι η τέχνη και για τους καλλιτέχνες και για τους θεατές – αναγνώστες της. Είναι μια από τις πιο σπουδαίες μη – βιοτικές ανάγκες και ως τέτοια πρέπει να τις συμπεριφερόμαστε. Και αυτήν την ίδια ως έννοια και τα προϊόντα της όμως. Κάθε καλλιτεχνικό έργο είτε δισδιάστατο, είτε τρισδιάστατο, είτε ζωγραφικό, είτε φωτογραφικό, γλυπτό, γραπτό ή οτιδήποτε άλλης μορφής αξίζει το λιγότερο τον σεβασμό μας ως αντικείμενο πνευματικής δημιουργίας κάποιου ανθρώπου και ως μέρος μιας καλλιτεχνικής παράδοσης ή δραστηριότητας.
Σεβασμός για ένα έργο τέχνης κι έναν καλλιτέχνη ο οποίος αποκαλύπτεται μέσα από αυτά τα έργα είναι πρώτα απ’ όλα σεβασμός στο έργο τέχνης ως δημιούργημα. Εδώ εισέρχεται η έννοια του χώρου έκθεσης, του μουσείου ή πινακοθήκης. Μπορεί η «επιστήμη του μουσείου» να είναι τόσο γνωστή όσο και η Κρυπτοζωολογία, αλλά η Μουσειολογία είναι τόσο απαραίτητη όσο και η Τέχνη σχεδόν. Με λίγα λόγια είναι η επιστήμη που μελετά τον τρόπο που λειτουργεί ένα μουσείο ή μια πινακοθήκη έτσι ώστε να επιτελεί τον ρόλο της ως ένα εκπαιδευτικό, κοινωνικά προσβάσιμο και ψυχαγωγικό ίδρυμα. Μελετά την αποδοτικότητα του μουσείου όσον αφορά τον επικοινωνιακό, εκπαιδευτικό, ψυχαγωγικό, πολιτιστικό ρόλο του. Το μουσείο και η πινακοθήκη είναι ένας χώρος πολιτισμού ο οποίος υπάρχει για να εξυπηρετεί την διαδραστική σχέση μεταξύ του δίπολου καλλιτέχνη (και καλλιτεχνικού έργου φυσικά) και θεατή – αναγνώστη.

Σε αυτή την μεσολαβητική θέση που έχει, πρέπει να εξασφαλίζει πέρα από την επικοινωνία και την επιτυχία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, την ασφαλή και αξιοπρεπή έκθεση των έργων τέχνης. Οφείλει στον καλλιτέχνη και το φιλότεχνο κοινό να σέβεται τα έργα και αντικείμενα τέχνης και να φροντίζει ώστε να εκτίθενται με ασφάλεια. Το κάθε υλικό της κάθε μορφής τέχνης και τεχνικής χρειάζεται διαφορετικές συνθήκες έκθεσης και παρουσίασης. Ο καμβάς, το χειροποίητο χαρτί χαρακτικής, το μέταλλο, το δέρμα, ο πηλός, ο γύψος, το μάρμαρο, το ξύλο και άλλα πολλά υλικά είναι μερικά από όσα χρησιμοποιούνται για την κατασκευή έργων τέχνης. Είναι όμως τόσο διαφορετικά τα υλικά αυτά που εύκολα καταλαβαίνουμε ότι δεν αξίζουν όλα τον ίδιο φωτισμό, την ίδια υγρασία, θερμοκρασία, αερισμό. Τα παραδοσιακά έργα τέχνης από δέρμα για παράδειγμα χρειάζονται πιο θερμό φωτισμό (απαλό Tungsten) για παράδειγμα, ενώ τα χαρακτικά αναδεικνύονται καλύτερα με φωτισμό φθορισμού. Οι φωτογραφίες, αναλόγως με τον τύπο χαρτιού (ματ, γυαλιστερό, περλέ) και το γυαλί της κορνίζας χρειάζονται διαφορετικό φωτισμό και διαφορετική γωνία φωτισμού επίσης και πήλινα ή γύψινα έργα διαβρώνονται όταν εκτίθενται σε χώρους με υψηλή θερμοκρασία και μεγάλη υγρασία. Οι φωτογραφίες με φλας απαγορεύονται στα μουσεία όχι μόνο γιατί πρέπει να αγοράσετε κάτι από το τμήμα πωλήσεων του μουσείου αλλά και γιατί πολλά εκθέματα βλάπτονται από το σκληρό φως του φλας.
Το να εκτίθεται ένας καλλιτέχνης με το έργο του σε ένα μπαράκι ή ένα art café, όσο γοητευτικό ή «μποέμικο» κι αν φαίνεται, δεν είναι ότι καλύτερο για την ποιότητα του έργου του. Έστω κι αν έτσι το βλέπουν πολλοί άνθρωποι, ο καπνός, η υψηλή θερμοκρασία, ο ακατάλληλος φωτισμός μπορούν όχι μόνο να αδικήσουν ένα έργο αλλά και να το βλάψουν. Αυτό που πρέπει να γίνει δεν είναι η μεταφορά του έργου τέχνης στο μπαράκι, στο καφέ, την ταβέρνα ή οπουδήποτε αλλού. Πρέπει να μετατρέψουμε τα μουσεία και τις πινακοθήκες σε χώρους όπου μπορούμε να επισκεφτούμε συχνότερα, παρέα με τους φίλους μας ή την οικογένεια μας για λόγους ψυχαγωγικούς και εκπαιδευτικούς. Πρέπει να ψάξουμε τον πολιτισμό εκεί όπου μπορεί και αξίζει να εκτίθεται. Σε χώρους που να θέλουμε να επισκεφτούμε. Κι αν δεν υπάρχουν ή δεν έχουν την μορφή που θα θέλαμε, τότε είναι χρέος μας σαν πολίτες, σαν σκεπτόμενοι και δημιουργικοί, πολιτισμένοι άνθρωποι να επιδιώξουμε τέτοιους χώρους κι εγκαταστάσεις.

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2006

Η γάτα και το φωτογραφικό κλείστρο

Τι σχέση μπορεί να έχει η μαύρη γάτα και το διάφραγμα του φωτοφράκτη

Σε πρόσφατη συζήτηση μου με μια φίλη και λάτρη της φωτογραφίας, διαπίστωσα για άλλη μια φορά το άγχος του ερασιτέχνη (ο όρος είναι αναφορά στην ιδιότητα του εραστή της Τέχνης κι όχι στην μειωμένη ποιότητα του έργου σε αντιπαραβολή με τον επαγγελματία) φωτογράφου σχετικά με τις γνώσεις του για την φωτογραφία και το μέλλον. «Αν μου ζητούσε κάποιος να κοιτάξω έξω και να φωτογραφίσω τέλεια κάτι δεν θα ήξερα ποιο είναι το τέλειο διάφραγμα, ο ιδανικός χρόνος, η αρμόζουσα εστιακή απόσταση, το καλύτερο φιλμ. Με αγχώνει ότι δεν ξέρω όσα πρέπει για την φωτογραφία». Στα τρία χρόνια που ασχολούμαι με την φωτογραφία ως ερασιτέχνης έχω ακούσει πολλές φορές αυτό το αγχώδες ζήτημα να απασχολεί πολλούς, ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και … φωτογραφικής μηχανής.
Καλώς ή κακώς η Φωτογραφία έχει έναν έντονο τεχνικό χαρακτήρα (ο οποίος συνήθως αποτελεί λαβή για την ανακήρυξη της ως μη – Τέχνη, αλλά αυτό είναι το θέμα άλλου άρθρου). Αυτό σημαίνει ότι όποιος αγαπά την εικόνα, την φωτογραφία πρέπει να μάθει όλα τα τεχνικά στοιχεία και λεπτομέρειες της; Πρέπει να χαθεί μέσα σε βιβλία, εγχειρίδια, μελέτες και διδασκαλία σε λέσχες, σχολές και άλλα ιδρύματα; Κακά τα ψέματα: κάτι τέτοιο κοστίζει. Κοστίζει χρόνο, χρήμα και ενέργεια και δεν είναι όλοι έτοιμοι να τα διαθέσουν με άνεση. Έτσι, κάποια στιγμή ο, αγωνιζόμενος να μάθει, ερασιτέχνης, έρχεται αντιμέτωπος με τις ελλείψεις του σχετικά με την τεχνική της Φωτογραφίας και αυτό τον/ την αγχώνει. Εδώ κολλάει και η μαύρη γάτα: υπάρχει η πρόληψη δηλαδή ότι αφού δεν ξέρω και δεν μπορώ να μάθω από κάποια αυθεντία την τεχνική και την τέχνη της φωτογραφίας, ίσως δεν είμαι άξιος/ α να μάθω φωτογραφία. Η διαπίστωση δε, είναι τόσο οδυνηρή όσο η συνάντηση ενός προληπτικού με μια μαύρη γάτα στον δρόμο. Όπως η μαύρη γάτα είναι οιωνός άσχημων γεγονότων για την προληπτικό έτσι και η παραπάνω διαπίστωση είναι σημάδι για τον ερασιτέχνη φωτογράφο ότι ίσως διάλεξε λάθος καλλιτεχνικό δρόμο ο οποίος τον οδηγεί σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο.
Η φωτογραφία είναι ό,τι την κάνει ο φωτογράφος να είναι. Με την φωτογραφική μηχανή αναμφισβήτητα δημιουργούμε. Δημιουργούμε εικόνα, αναπαράγουμε φόρμες, σχήματα, μορφές, τον περιβάλλοντα κόσμο μας. Το αν είναι τέχνη ή όχι δεν θα μας το πει η φωτογραφική μηχανή. Ομοίως το πινέλο δεν είναι καλλιτεχνικό εργαλείο απαραιτήτως: ομοίως χρησιμοποιείται για βάψιμο δωματίου αλλά και για την ζωγραφική σε καμβά. Έτσι λοιπόν, το μέσο δεν μας λέει αν το δημιούργημα είναι καλλιτεχνικό ή όχι. Γι’ αυτό θα πρέπει να στραφούμε στον δημιουργό της τέχνης: τον άνθρωπο. Τα κίνητρα του δημιουργού είναι πιο ασφαλής μέθοδος για να δούμε αν το αποτέλεσμα είναι καλλιτεχνικό ή όχι. Η χρήση της φωτογραφίας μπορεί να είναι τόσο ευρεία ώστε για κάθε πλευρά της να αλλάζουν τα δεδομένα. Ο επαγγελματίας φωτογράφος αναμένεται να έχει επαρκείς έως μεγάλες τεχνικές γνώσεις γύρω από την φωτογραφία του κι αυτό γιατί οι φωτογραφίες του αποτελούν εμπορικό αντικείμενο, αποτέλεσμα δουλειάς για εμπορική χρήση, με οικονομικό αντάλλαγμα και σκοπό το κέρδος. Ο ερασιτέχνης φωτογράφος όμως αποσκοπεί στην καλλιτεχνική φωτογραφία. Σε αυτή που κίνητρο έχει την καλλιτεχνική ευαισθησία, σκοπό την εκδήλωση συναισθημάτων, σκέψεων, την έκφραση απόψεων, ιδεών και αντιλήψεων. Δεν έχει απώτερο σκοπό το κέρδος όπως η επαγγελματική (χωρίς εδώ να αποκλείεται η αισθητική αξία της επαγγελματικής φωτογραφίας – διαφημιστική και άλλου είδους – ή η δυνατότητα για καλλιτεχνική δημιουργία από την μεριά του επαγγελματία φωτογράφου) και αυτό καθιστά πιο χαλαρούς τους κανόνες. Ένας ακριβής ορισμός της καλλιτεχνικής φωτογραφίας είναι δύσκολο να δοθεί. Μπορούμε όμως να πούμε με σχετική άνεση ότι ο ερασιτέχνης καλλιτέχνης φωτογράφος δεν έχει κάποιο πλαφόν τεχνικών γνώσεων. Δεν υπάρχει κάποιο όριο γνώσεων το οποίο πρέπει κάποιος να καλύψει προκειμένου να του επιτραπεί να δημιουργήσει καλλιτεχνική φωτογραφία.
Δεν είναι οι γνώσεις το απαραίτητο για να δημιουργήσεις τέχνη. Απαραίτητη είναι η καλλιτεχνική ευαισθησία, η θέληση για δημιουργία κι εξωτερίκευση εσωτερικών, νοητικών διεργασιών. Το όργανο του καλλιτέχνη φωτογράφου δεν είναι η μηχανή του αλλά η ματιά του και το μυαλό του. Αυτά πρέπει να σεβαστεί και να εξασκήσει. Οι τεχνικές λεπτομέρειες παραμένουν πάντα πολύτιμες αλλά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να είναι σημαντικότερες από την ανθρώπινη διάνοια, την πραγματική πηγή της Τέχνης. Η Τέχνη δημιουργείται από τον άνθρωπο, όχι από το πινέλο του, την μηχανή του, το σκαρπέλο του, το κοπίδι του.
Οι προλήψεις γύρω από τις γνώσεις για την καλλιτεχνική φωτογραφία συνήθως είναι συντεχνιακής προέλευσης, προερχόμενες από «αυθεντίες» οι οποίες θέλοντας να ελέγχουν την καλλιτεχνική ροή και μορφή μιας ομάδας ανθρώπων, μιας κοινωνίας επιλέγουν ως μοχλό πίεσης το άγχος του ερασιτέχνη για τις γνώσεις του και το αποτέλεσμα των προσπαθειών του. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να εμποδίσει τον ερασιτέχνη φωτογράφο να συνεχίσει να προσπαθεί να δημιουργεί, να εκφράζεται, να μιλά μέσα από τα έργα του. Έτσι, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα δεν είναι δείγμα Τέχνης θα είναι σίγουρα μια απόδειξη ελευθερίας.

Ψηφιακή φωτογραφία: Φλυαρία ή Δημοκρατία;

Η ψηφιακή φωτογραφία είναι αναμφισβήτητα ένας ταχύτατα αναπτυσσόμενος χώρος. Οι ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές πλημμυρίζουν την αγορά καθώς οι τιμές τους έχουν γίνει πλέον αρκετά προσιτές και τα φωτοκινητά σιγά σιγά γίνονται καθεστώς στην αγορά των κινητών τηλεφώνων. Με λίγα λόγια όλοι σχεδόν έχουν πρόσβαση σε μια συσκευή ψηφιακής φωτογραφίας. Αυτό σημαίνει μια μεγάλη ευκολία στη λήψη φωτογραφιών. Ωστόσο, σημαίνει ότι κι ένα νέο δίλημμα μπαίνει στην σύγχρονη προβληματική για την τεχνολογία και την βιοηθική: οι τόσες πολλές φωτογραφίες θα προσφέρουν τελικά έναν εκδημοκρατισμό της εικόνας, μια κατάσταση ελεύθερης διακίνησης πληροφοριών ή μια φλυαρία εικόνων, μία οπτική υπερφόρτωση οπτικών ερεθισμάτων;
Ας ξεκινήσουμε μια προσπάθεια ανάλυσης αυτού του θέματος με κάποια γεγονότα για την κατάσταση στην ψηφιακή φωτογραφία. Οι κάρτες μνήμης των ψηφιακών μηχανών έχουν φτάσει πλέον σε μεγέθη δυσθεώρητα: την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές υπάρχουν κάρτες μνήμης χωρητικότητας μέχρι και 4 Gigabytes (!!!). Πρακτικά σημαίνει ότι μπορούμε να αποθηκεύσουμε σε μια μόνο τέτοια κάρτα περίπου 1000 (ναι, χίλιες) φωτογραφίες αρκετά καλής ποιότητας. Ακόμα και μια οικονομική σχετικά κάρτα μνήμης για μια compact ψηφιακή μηχανή μπορεί να «χωρέσει» μέχρι και 300 φωτογραφίες αρκετά καλής ποιότητας. Υπάρχουν κάρτες μνήμης που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ακόμα και σε φωτοκινητά. Όλα αυτά σε μεγάλες ταχύτητες, με κάρτες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν ξανά και ξανά και το καλύτερο: δεν χρειάζεται να εκτυπωθούν όλες οι φωτογραφίες αλλά αρκεί να τις «περάσουμε» στον οικιακό ηλεκτρονικό υπολογιστή μας (ακόμα κάτι που όλοι έχουμε στα σπίτια μας πλέον). Επιπλέον, σύμφωνα με έρευνες, πάνω από το 80% των επαγγελματιών φωτογράφων χρησιμοποιούν ψηφιακές μηχανές και εφαρμογές για επαγγελματικές δουλειές από φωτογραφίες ταυτοτήτων μέχρι φωτογραφίες γάμων κι εκδηλώσεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας στην Ολυμπιάδα της Αθήνας το καλοκαίρι του 2004. Πάνω από το 90% των φωτορεπόρτερ χρησιμοποιούσαν ψηφιακές μηχανές. Μάλιστα, κάποιοι φωτορεπόρτερ χρησιμοποιώντας φορητούς υπολογιστές και ασύρματες συνδέσεις με το Διαδίκτυο στέλνανε φωτογραφίες στα Πρακτορεία Ειδήσεων ταχύτατα, στο σημείο μάλιστα να βλέπουμε φωτογραφίες του πρώτου ημιχρόνου διάφορων αγωνισμάτων στο Διαδίκτυο κατά την διάρκεια του ημιχρόνου!
Η ταχύτητα και η ευκολία της φωτογραφίας σήμερα είναι εντυπωσιακά βελτιωμένη. Η εικόνα αναπαράγεται με τεράστια ευκολία και το ιδιωτικό πλέον γίνεται πολύ εύκολα δημόσιο. Ας μην ξεχνάμε και τους σύγχρονους ματάκηδες, οι οποίοι αισχρότατα φωτογραφίζουν με τα κινητά τους διάφορα θέματα που ικανοποιούν τα άρρωστα μυαλά τους, αγνοώντας πόσο προσβάλλουν κάποιους, ιδιαίτερα τις γυναίκες. Η φωτογραφία σήμερα είναι ευκολότερη από ποτέ! Στην ιστορία της εικόνας και της Τέχνης όμως δεν είναι η πρώτη φορά που η αναπαραγωγή είναι τόσο εύκολη.
Η Χαρακτική (η τεχνική σύμφωνα με την οποία τυπώνουμε σε χαρτί κάτι που έχουμε χαράξει πάνω σε σκληρό υλικό, συνήθως, με την βοήθεια ειδικών μελανιών και μηχανημάτων που ακούνε πίεση), θεωρείται από πολλούς η Τέχνη της Δημοκρατίας. Κι αυτό γιατί με την Χαρακτική μπορούμε να έχουμε πολλά αντίτυπα. Αξιοποιώντας την Χαρακτική, πολλά έργα τέχνης έγιναν γνωστά στο ευρύ κοινό χάρις στις πολύ καλές αναπαραγωγές που μπορούσαμε να έχουμε. Πολλοί φοιτητές σχολών τέχνης και φιλότεχνοι είχαν την ευκαιρία να έχουν στα χέρια τους ιδιαίτερα ποιοτικές αναπαραγωγές για μελέτη. Ο Βίνσεντ Βαν Γκονγκ ζητούσε πολλές φορές στα γράμματα που αντάλλασσε με τον αδερφό του Τεό, να του στέλνει αναπαραγωγές έργων τέχνης ώστε να διακοσμεί το δωμάτιο του και να μελετά. Ακόμα, με την Χαρακτική αναπτύχθηκε αρκετά η γελοιογραφία (πρόδρομος των κόμιξ) και τελικά η Τυπογραφία.
Τι σχέση έχουν τα παραπάνω με την ψηφιακή φωτογραφία; Με την έκρηξη στην παραγωγή της παραγωγής φωτογραφιών πρέπει να αναρωτηθούμε αν θα έχουμε κάποιον ανάλογο εκδημοκρατισμό της εικόνας και της Τέχνης όπως έγινε στην περίπτωση της Χαρακτικής. Η εύκολη φωτογραφία καθιστά σχεδόν τον καθένα φωτογράφο. Σε αρκετές δε περιπτώσεις πολλοί γίνονται και φωτορεπόρτερ όπως όλοι είδαμε στις περιπτώσεις των φυλακισμένων και βασανισμένων στις φυλακές του Αμπού Γκράιμπ ή όπως είδαμε στην περίπτωση των βομβιστικών επιθέσεων στο Λονδίνο το τελευταίο καλοκαίρι όπου είδαμε πολλές φωτογραφίες από φωτοκινητά επιβατών μέσα στο Μετρό λίγες στιγμές μετά τις επιθέσεις.
Δεν ωφελεί να θεοποιούμε την ψηφιακή φωτογραφία. Ούτε βέβαια να την καταδικάζουμε. Η ανάπτυξη της τα τελευταία χρόνια δεν θα λάμβανε χώρα αν δεν υπήρχε κάποια ανάγκη του κοινού που θα χρειαζότανε να καλυφθεί. Το αν θα συμβάλλει σε κάποια καλλιτεχνική ανάπτυξη ή φλυαρία είναι ένα δίλημμα το οποίο δεν θα απαντηθεί πιθανώς ακόμα για πολύ καιρό ακόμα. Θα χρειαστούνε πρώτα αρκετά χρόνια προκειμένου να υπάρξει μια ευρύτερη εξοικείωση του κοινού. Υπάρχει βέβαια πάντα η πιθανότητα στην αρχή να υπάρχει ένας υπερβολικός ενθουσιασμός από μέρος του κοινού, αλλά θα χρειαστεί κάποιο διάστημα ώστε να ωριμάσουν οι συνθήκες για την αποδοχή της ψηφιακής φωτογραφίας ως ένα νέο μέσο αποτύπωσης του περιβάλλοντος μας.