Τρίτη 21 Ιουλίου 2009

Τα ρημάδια

Κάτι τρέχει με τα ρημάδια, δεν μπορεί. Όπου ρημάδι και φωτογράφος, σε λίγο θα γίνει ανέκδοτο η όλη ιστορία. Κάτι μαγικό πρέπει να έχουν, κάτι μυστηριώδες αλλά ελκυστικό, κάτι τραβηχτικό ρε παιδί μου. Πάντα με την καλή έννοια.
Απο την σχολή θυμάμαι κιόλας, κάθε φορά που μπαίναμε θάλαμο, οι περισσότεροι είχανε φωτογραφίες απο γκρεμίσματα, ρημαγμένα σπίτια, ερείπια, γενικά μια παρακμή και μια εγκατάλειψη. Το ίδιο μετά στον Δίαυλο, το ίδιο βλέπω και στο flickr, ακόμα και με φίλους φωτογράφους και bookcrossers φωτογράφους μια τάση προς την παρακμή την βλέπεις. Κι αυτό περιλαμβάνει και τα ανθρώπινα ρημάδια. Τι στο καλό πια;
Τι μας τραβάει τόσο πολύ στα ερείπια; τι μας κάνει να τα χαζεύουμε, είτε σαν δημιουργοί είτε ακόμα και ως θεατές: το ερείπιο θα το χαζέψουμε πιο πολύ ώρα, θα το θυμόμαστε περισσότερο. Μήπως μας μαγεύει που βλέπουμε στα ερείπια ένα κομμάτι του χρόνου, ακόμα κι αν αυτός δεν είναι ο παρών χρόνος; Κάθε φωτογραφία καταφέρνει να παγώσει ένα κλάσμα του χρόνου, να το κάνει κτήμα του φωτογράφου όσο θα υπάρχει η φωτογραφία. Άρα, μέσα σε αυτή την φωτογραφία υπάρχουν πολλοί "χρόνοι": ο χρόνος που χτίστηκε το κτίσμα και συνήθως μας είναι άγνωστος κι ενίοτε αδιάφορος, ο χρόνος που βγάλαμε την φωτογραφία και ο χρόνος που κοιτάμε την φωτογραφία, ο οποίος και αλλάζει κάθε φορά φυσικά. Είναι όλη αυτή η μάζωξη χρόνων που μας κάνει να θέλουμε να φωτογραφίσουμε τα ερείπια, ακόμα και ασυνείδητα;
Ή μήπως είναι θέμα καθαρά τεχνικό; Τα ερείπια συνήθως έχουν πολλές αποχρώσεις, έχουν λίγη απο σκουριά, απο σκόνη, απο φθορά. Και αν το φως είναι καλό και η λήψη έστω ικανοποιητική, μπορούμε να έχουμε ένα αποτέλεσμα με μια κάποια αισθητική, με πολλούς τόνους, με μια συμμετρία έστω κατεστραμμένη. Αν δε τυπώσουμε ή κάνουμε την εικόνα ασπρόμαυρη τότε έχουμε την ευκαιρία να δούμε πραγματικά πολλούς τόνους του γκρι, μια θάλασσα τόνων που σίγουρα μας ικανοποιεί, μας προκαλεί να δοκιμάσουμε και να πειραματιστούμε με το contrast πάνω απο την οθόνη ή τον μεγεθυντήρα του σκοτεινού θαλάμου.
Ή μήπως είναι θέμα χώρου; Ένα ερείπιο, αν δεν πρόκειται για μνημείο, είναι συνήθως εκτός χώρου στο αστικό τοπίο όπου κάθε σπιθαμή είναι εκεί για να κτιστεί. Το ερείπιο μοιάζει να προκαλεί αυτή την σύμβαση, είναι μια μικρή ακούσια επανάσταση θα έλεγε κανείς απέναντι στο χτισμένο τοπίο, μας δείχνει μια εικόνα του "κτιρίου" που δεν την βλέπουμε συχνά σε μια πόλη. Είναι αυτή η αντίθεση ικανή να μας μαγέψει και να το φωτογραφίσουμε; Με μια φωτογραφία μπορούμε να "κόψουμε" ένα κομμάτι του χώρου που μας περιβάλλει και να το απομονώσουμε, να του αφαιρέσουμε το πλαίσιο στο οποίο υπάρχει, να το σώσουμε με κάποιο τρόπο, να το κάνουμε να έχει τον δικό του χώρο, να του χαρίσουμε περισσότερο χρόνο στην μορφή που έχει. Γι'αυτό το φωτογραφίζουμε;
Έχει να κάνει με την αισθητική μας; Το ερείπιο είναι ένα κτίριο σε μια κατάσταση αντίθετη απ'αυτή για την οποία δημιουργήθηκε. Κάθε προσπάθεια μας να βρούμε μια αισθητική αρτιότητα, μια "ομορφιά" σ'αυτό έρχεται σε μια - τυπική έστω - αντίθεση με το γεγονός πως το κτίριο δεν πληρεί πια τον σκοπό για τον οποίο χτίστηκε. Είναι αυτή η προσπάθεια μας να βρούμε κάτι αισθητικά άρτιο στην εικόνα ενός ερειπίου η δική μας επανάσταση απέναντι στην κοινή αισθητική που μας αποθαρρύνει να βρίσκουμε ομορφιά σ'αυτό που δεν έχει συμπληρώσει τον σκοπό του ή που σταμάτησε να το κάνει;
Δεν το βλέπω να σταματάμε να βλέπουμε εικόνες απο ρημάδια πάντως. Προσωπικά πολύ τα απολαμβάνω και πολύ τα κυνηγάω και ακόμα δεν έχω καταλάβει ούτε κι εγώ καλά καλά γιατί είναι αγαπημένο μου θέμα. Ωστόσο, η πολλή σκέψη σ'αυτές τις περιπτώσεις δεν κάνει πάντα πολύ καλό...

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

O Banksy στο Μουσείο του Βristol


Πριν απο κάποια χρόνια, ένας αλητήριος τύπος έβαφε τους τοίχους του Bristol με διάφορα stencils που σατύριζαν τους αστυνομικούς, το rat race της εποχής μας, την κουλτούρα της επιτήρησης και των CCTV, κωμικά σκηνικά, αναπάντεχες εικόνες, σχόλια για την καταναλωτική κοινωνία, ο,τι θέλετε. Κυνηγήθηκε απο την αστυνομία, το Δημοτικό Συμβούλιο, τους πάντες. Ωστόσο, η φήμη του μεγάλωνε, έγινε ένας ήρωας για τους νέους, ένας καλλιτέχνης είδωλο με τα σχόλια και την undreground παραγωγή του που μπορούσε να δει ο οποιοσδήποτε στον δρόμο αλλά και ο άνθρωπος μυστήριο καθώς κανείς δεν τον ήξερε και κανείς δεν μπορούσε να αποδείξει ποιός είναι. Και δεν είναι πως δεν κυκλοφορεί, κατάφερε να μπει σε ένα μουσείο και να εκθέσεις δικές του παραλλαγές έργων τέχνης!
Ο Banksy είναι ένας καλλιτέχνης - παράγωγο της εποχής μας, ένα νέο είδος καλλιτέχνη, τυλιγμένος ωστόσο ακόμα μέσα στον κλασικό μύθο του καλλιτέχνη. Το Μουσείο του Bristol όμως τώρα, του έδωσε το Μουσείο για λίγες μέρες ώστε να βάλει τα δικά του εκθέματα, να το μεταμορφώσει, να βάλει την υπογραφή του. Και φυσικά, το έκανε...

Κυριακή 14 Ιουνίου 2009

I Robot?


Θυμάμαι όταν ήμουν μικρός, είχα ψώνιο τρελό με την επιστημονική φαντασία. Πολλές φορές συζητούσα με τον αδερφό μου για το "πως θα είναι ο κόσμος το 2000"! Ήμουν απλά κατενθουσιασμένος που θα γινόμουν 18 το 2000, νόμιζα πως υπήρχε κάποιος κρυφός συμβολισμός σ'όλο αυτό. Θυμάμαι πως λέγαμε πως το 2000 τα αυτοκίνητα θα πετάνε, το φαγητό μας θα είναι πιο υγιεινό απο ποτέ αλλά σε χάπι, όπως οι αστροναύτες. Το κομπιούτερ θα έπαιρνε την θέση των δασκάλων και των πωλήτριών και όλα θα γινότανε τέλεια απο τα τέλεια ρομπότ. Όπου ρομπότ φυσικά εννοούσαμε ανθρωπόμορφα ρομποτ με ηλεκτρονική φωνή που κάνανε κάθε μας δουλειά τέλεια και χωρίς πολλά πολλά. Και μάλιστα θα είχαμε τόσο ελεύθερο χρόνο που δεν θα ξέραμε τι να τον κάνουμε και θα γινόμασταν σούπερ έξτρα πανέξυπνοι επειδή θα διαβάζαμε όλη μέρα!
Είναι 2009 και καημό έχω να δω το πρώτο ιπτάμενο αυτοκίνητο στην γειτονιά μου. Απογοήτευση; εννοείται, τίποτα δεν έγινε. Μέχρι και η τηλεμεταφορά είναι μακριά ακόμα. Το ρητό "η επιστημονική φαντασία του σήμερα είναι η πραγματικότητα του αύριο" έχει πάρει μορφή ανθρώπου στο μυαλό μου και χασκογελάει δείχνοντας με το μαλακισμένο μεσαίο του δάχτυλο!
Κι όμως. Αν θέλω να την δω την επιστημονική φαντασία, είναι εκεί. Όχι μακριά, καμιά φορά αρκεί να πάω μπροστά στον καθρέφτη και να δείξω. Σαν άνθρωποι, έχουμε ξεχάσει να είμαστε άνθρωποι. Ακόμα και οι αισθήσεις μας, το θεωρητικά τελευταίο οχυρό, έπεσε προ πολλού. Ζούμε σε μια σύγχρονη κουλτούρα των ματιών. Τα σαγόνια μας ανοιγοκλείνουν με έναν βαρετό ρυθμό για λίγη ώρα ενώ μασουλάμε το φαγητό μας μπροστά σε μια οθόνη. Προσπαθούμε να συνδυάσουμε φαγητό και τηλεόραση και καταλήγουμε να καταπίνουμε το φαγητό ξεχνώντας να το μασήσουμε όπως πρέπει. Ίσα ίσα το κόβουμε σε κομμάτια για να μην πνιγούμε καταπίνοντας το. Τα μάτια μας νικάνε το στόμα και το στομάχι μας. Ακόμα και το νερό το πίνουμε όποτε να'ναι, αν σταματήσεις τους περισσότερους την ώρα που πίνουν νερό και τους ρωτήσεις γιατί δεν το ήπιαν ένα λεπτό νωρίτερα, θα σου πουνε πως δεν ξέρουνε. Γνωρίζουμε σχεδόν τα πάντα γι'αυτό που βλέπουμε. Αγνοούμε σχεδόν τα πάντα γι'αυτό που βάζουμε στο στόμα μας: ποιός το έκανε, πως το έκανε, τι αγόρασε για να το φτιάξει, πόσο νοιάστηκε γι'αυτό, πόσο πρόσεξε, πόσο υγιεινό είναι, τι χρώμα έχει, τι γεύσεις έχει, τι συνδυασμούς γευστικούς έχει, πόσα καρυκεύματα έχει. Η μισομασημένη μπουκιά έχει σκοπό να μας κάνει απλά να μην πεινάμε, να σταματήσει να μας ενοχλεί το στομάχι. Δεν το φροντίζουμε, θέλουμε πιο πολύ να σκάσει παρά να το ευχαριστηθεί. Έχουμε καταργήσει την ιεροτελεστία του τραπεζιού, δεν μιλάμε μεταξύ μας για να ακούγεται η τηλεόραση. Κι αν δεν είναι ανοιχτή, μόλις τελειώσουμε σηκωνόμαστε να την ανοίξουμε, αγνοώντας αυτούς που έχουμε μπροστά μας, τους ανθρώπους μας.
Καλά καλά δεν κοιτάμε ο ένας τον άλλο. Δεν ξέρουμε πολλές φορές και τις λεπτομέρειες πάνω τους. Μια ελιά, μια ουλή, ένα νευρικό πετάρισμα του ματιού, το αμήχανο χαμόγελο τους, το τικ με τα χέρια τους, το πως πέφτουν τα μαλλιά στους ώμους, πως είναι τα αξύριστα μάγουλα τους. Τις φωτογραφίες τους δεν τις έχουμε στα πορτοφόλια ή το σπίτι μας, μας αρκεί που είναι στο κινητό η εικόνα τους.
Η αίσθηση της όσφρησης έχει ατονίσει. Εξασκούμαστε τόσο πολύ να βλέπουμε που έχουμε χάσει την ικανότητα να μυρίζουμε, να διακρίνουμε ευωδίες, να καταλαβαίνουμε λεπτές οσφρητικές νότες. Οι οίκοι αρωμάτων λέει ένας αστικός μύθος πως ανησυχούνε επειδή "χάνουμε" την όσφρηση μας. Την κάψαμε βλέπετε απο το πολύ καυσαέριο, τσίκνα, μπίχλα. Το τσιμέντο δεν μυρίζει, μόνο άμα μουχλιάσει βγάζει μια πεθαμενατζίδικη μυρωδιά. Δεν μας χρειάζεται ιδιαίτερα η μυρωδιά μωρέ, σιγά το πράμα.
Έχω μιλήσει με ανθρώπους που κάνουνε σεξ όπως είδανε στην τελευταία τσόντα που παρακολουθήσανε επειδή έτσι τους έμαθε η τηλεόραση πως πρέπει να είναι το σεξ. Δεν τους νοιάζει πως είναι ο επιβήτορας, ποιά είναι η πορνο σταρ, ενίοτε δεν έχει καν σημασία ποια είναι η δικιά τους παρτενέρ στο κρεβάτι. Ξέρουν πως όλα πρέπει να γίνουν με συγκεκριμένη σειρά, για συγκεκριμένη διάρκεια, να βγάλουν συγκεκριμένες κραυγές, να φωνάξουν απο ηδονή όπως φωνάζει ο πορνοσταρ.
Μας έχουν μάθει να σκεφτόμαστε το αύριο, να λειτουργούμε σε ένα αιώνιο "tommorow mode". Ένα αύριο για το οποίο πρέπει να προετοιμαστούμε, να φοβηθούμε, να προνοήσουμε, να σκεφτούμε, να ετοιμαστούμε. Το σήμερα, το τώρα, είναι ένα τίποτα, έφυγε πριν καν του δώσουμε όνομα. Νοιαζόμαστε για το αύριο λες κι αυτό δεν θα γίνει ένα άλλο "τώρα". Και οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια περνάνε επειδή πρέπει να έρθει κάτι άλλο, κάτι που δεν αφήνει τίποτα πίσω του. Και γιατί ν'αφήσει δλδ; το αύριο έχει σημασία, αύριο θα γίνουν όλα, ΑΥΡΙΟ! Το σήμερα υπάρχει για να έρθει το αύριο, σήμερα, τώρα δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, χάνουμε το τώρα για να κερδίσουμε ένα αύριο που θα βαρεθούμε και θα θέλουμε να ξεφορτωθούμε.
Το καλοκαίρι θα μπαίνω απο το βράδυ στο site που ξέρω, θα βλέπω τον καιρό που θα κάνει αύριο, θα βλέπω την θερμοκρασία ανά ώρα, την υγρασία, τον αέρα και μετά θα κανονίζω το πρόγραμμα μου για να μην με κάψει ο ήλιος που καίει σαν να είμαι στην Αφρική και ιδρώνω σαν το γουρούνι. Μετά, το μεσημέρι, θα γυρίσω, θα κοιτάξω τα emails μου, θα τσεκάρω τα shared items μου στο Google Reader, θα δω αν έχω comments στο photostream μου, θα δω τι γίνεται με τα tweets, θα ελέγξω φυσικά και το FB για τυχόν νέα. Δεν θα βγω στο παράθυρο να δω τι καιρό έχει, δεν έχω μάθει να κοιτάω τον ουρανό. Δεν θα δω με τις ώρες τις φωτογραφίες απο στιγμές που μοιραστήκαμε με φίλους, δεν θα ρωτήσω κανέναν φίλο πως του φαίνονται οι φωτογραφίες μου γιατί κι αυτοί είναι σπίτι τους. Δεν θα δω τι λέει η παρέα στο στέκι, δεν υπάρχει αυτό. Δεν θα με απασχολήσει τι κάνουν οι συγγενείς μου, οι συμμαθητές και οι γνωστοί, δεν θα τους πάρω τηλέφωνο να ακούσω την φωνή τους.
Οι άνθρωποι γίνανε avatars, accounts, nicknames, emails. Έχει μεγάλη απόσταση μέχρι να είναι κανονικά ρομποτ οι ίδιοι; γι'άλλη επιστημονική φαντασία ξεκινήσαμε και σ'άλλη καταλήξαμε...


μερικές παρανοϊκές, νυχτιάτικες σκέψεις...

Κυριακή 24 Μαΐου 2009

Γουόκμαν, στέρεο και λοιπά...

Εδώ και αρκετό καιρό το έχω πάρει απόφαση να βλέπω πιο πολλές ταινίες και λέω να επιμείνω σ'αυτό. Έτσι τις προάλλες είδα το Cadillac Records, μια φανταστική ταινία που αναφέρεται στις αρχές της θρυλικής Chess Records και στους τραγουδιστές της όπως ο Muddy Waters, o Little Walter, o Chuck Berry, η Etta Jones, ο Howlin' Wolf και άλλοι. Όταν τελείωσε η ταινία, έψαξα online για το soundtrack της ταινίας, το οποίο και είναι επίσης μαγικό! Ακούγοντας το δεν μπόρεσα να αποφύγω να σκεφτώ μια συζήτηση προ καιρού με την Saigon σχετικά με τις κασέτες. Τις κασέτες μουσικής, μια τεχνολογία που παίζει και να μην την έχουν ζήσει παιδιά του σήμερα, πλέον θεωρείται απαρχαιωμένη.
Κι όμως, κάποτε ήταν όχι απλά διαδεδομένες, ήταν ένα πάθος, μια μικρή τέχνη. Χωρισμένες ανάλογα με την διάρκεια τους σε 60λεπτες, 90λεπτες και δίωρες, ήταν ένας κενός χώρος που μπορούσες να χωρέσεις την ψυχή σου όλη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τις πρώτες μου φορές με κασέτα: η πρώτη δικιά μου, καταδικιά μου κασέτα ήταν μια με ποπάκια των αρχών του '90, είχα δει μια αγγελία με μια κοπέλα που έγραφε τραγούδια σε κασσέτες και τις έστελνε σε όλη την Ελλάδα και της είχα στείλει ένα γράμμα με τα τραγούδια που ήθελα (ναι τότε δεν υπήρχαν ούτε κινητά, ούτε ίντερνετ!) και μετά μου την έστειλε. Δεν θυμάμαι τα τραγούδια όλα αλλά σίγουρα είχε Καλλίρη ("Το νου σου κύριε οδηγέ") και τέτοια. Η πρώτη κασέτα που αγόρασα ήταν το "Τρελό κι αγαπησιάρικο" του Δάντη (ναι, σταυρώστε με, το αξίζω). Η πρώτη κασέτα που μου έδωσαν ήταν απο έναν θείο μου δάσκαλο στην Σαντορίνη, με έντεχνα και άλλα όπως Ορφέα Περίδη, Πυξ Λαξ, Κορκολή (ήταν της μόδας τότε ντε...). Τα βράδια που μέναμε σπίτι του για διακοπές άκουγα την κασέτα αυτή για ώρες στην βεράντα νομίζοντας οτι και καλά έκανα κάτι. Βέβαια, τώρα ξέρω οτι έκανα όχι απλά κάτι, έκανα κάτι υπέροχο, πέρναγα βράδια με μουσική! Θυμάμαι τα άκουγα σε ένα Sony walkman, ένα φανταστικά ανθεκτικό γουόκμαν που είχε φέρει ο νονός του αδερφού μου απο την Κύπρο, το πρώτο της ζωής μου φυσικά. Η πρώτη κασέτα που έγραψα μόνος μου, μια TDK 60', είχε έναν αχταρμά απο τραγούδια που βρήκα στο ράδιο. Αλλά ήταν τόσο μεγάλη η ικανοποίηση μου! Ένιωσα οτι δημιούργησα κάτι, οτι έφτιαξα ένα μουσικό..."κάτι". Γενικά την είχα την αίσθηση αυτή με τις κασέτες, τις ένιωθα σαν κάτι ζωντανό, κάτι που ανέπνεε και που το "γέννησα" εγώ, με τις επιλογές μου, με έναν σκοπό, χάρις μιας αγάπη για κάτι. Έτσι ένιωθα και την μουσική, ως κάτι απτό, κάτι με δικιά του ζωή. Θυμάμαι ακόμα τον ήχο της κασέτας που έπαιζε απο την αρχή, εκείνο το μικρό διάστημα στην αρχή που δεν μπορούσες να γράψεις: είχε ένα χαρακτηριστικό υποτονικό ήχο, ένα κενό μέσα στο οποίο άκουγες την καρδιά σου την ίδια να ανυπομονούσε να ακούσει τα τραγούδια που ερχότανε. Αντίθετα, το αντίστοιχο κομμάτι στο τέλος γεννούσε τελείως διαφορετικά συναισθήματα: άλλοτε σπαζόσουν που τελείωσε η κασέτα, άλλοτε στεναχωριόσουν, άλλοτε ξαφνιαζόσουν, άλλοτε έμενες να χτυπιέσαι ή να δακρύζεις ακόμα απο το τελευταίο τραγούδι.
Η κασέτα είχε δικιά της ζωή. Έβλεπες το Play να σηκώνεται μόλις τελείωνε η πλευρά. Χάιδευες το Play και το Rec περιμένοντας να γράψεις ένα τραγούδι. Ένιωθες την κασέτα να κυλάει κάτω απο τα δάχτυλα σου όσο την γυρνούσες μπροστά ή πίσω ψάχνοντας ένα κομμάτι, την ένιωθες να τρέχει, έκανε και έναν μικρό ήχο που και που και αποκτούσες μια επιδεξιότητα μαθαίνοντας πόση ώρα να την γυρνάς. Καμιά φορά θυμάμαι δεν πατούσα καν το Rewind ή το Forward ολόκληρο, μόνο όσο χρειαζότανε για να κατευθύνω το μοτεράκι. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την πρώτη φορά που τραυματίστηκε μια κασσέτα μου: την "μάσησε"! Δεν θυμάμαι πόσο στεναχωρήθηκα, θυμάμαι μόνο την προσπάθεια μου να την βγάλω όλη απο το μηχάνημα, να την γυρίσω (κλασικά με την βοήθεια ενός Bic) και μετά την αγωνία να δω τι ζημιά είχε γίνει. Όταν άρχισε να παίζει κι έφτασε στο κατεστραμμένο κομμάτι, σκίστηκε η καρδιά μου, δεν ήξερα τι να κάνω! Αισθάνθηκα οτι δεν την φρόντισα όσο έπρεπε, οτι χάθηκε για πάντα αυτό το "δημιούργημα" μου. Ξέρω, θα ακούγεται μάλλον υπερβολικό κάτι τέτοιο στην εποχή των MP3 αλλά τότε ναι, ήταν μεγάλη υπόθεση όταν σου μασούσε την κασσέτα. Όπως ήταν μεγάλη υπόθεση να σου τελειώσουν οι μπαταρίες και να μην βρίσκεις κοντά, βλέπετε τότε δεν υπήρχε η τεχνολογία φόρτισης που βλέπουμε σήμερα. Η κασέτα είχε ζωή μέσα της γιατί την έβλεπες, έβλεπες την μαγνητική ταινία να πηγαίνει απο την μια μεριά στην άλλη, φανταζόσουν τα τραγούδια να κάθονται εκεί και να περιμένουν να τα ακούσεις.
Η μουσική άλλαξε πια, όπως και ο τρόπος που την ακούμε. Πλέον είναι σε MP3, wav, flac, την ακούμε σε MP3 player, ipod, κινητά τηλέφωνα, υπολογιστή, απο playlists μας, απο online radio (θυμάσαι το κάψιμο με τον Heart, έτσι;), απο cd, dvd, με χίλιους δυο τρόπους. Πλέον είναι πιο προσβάσιμη απο ποτέ, την μαζεύουμε σε τεράστιες ποσότητες: οι έρευνες λένε πως ένα 20% των τραγουδιών στους σκληρούς μας δίσκους δεν θα το ακούσουμε ποτέ μετά την πρώτη φορά, αλλά αυτά θα είναι εκεί, μια μουσική μάζα, σχεδόν αόρατη. Την κασέτα την ζούσες διαφορετικά, κι ας ακουστεί παλιομοδίτικο αυτό: την ένιωθες να κυλά, να γυρνάει, έβλεπες την μαγνητική ταινία, την ζούσες διαφορετικά. Γι'αυτό και την αγαπούσες, έγραφες αφιερώσεις στο κουτάκι όταν την χάριζες, την γέμιζες με αυτοκόλλητα, προσπαθούσες να κάνεις καλά γράμματα στα περιεχόμενα για να εντυπωσιάσεις.
Ακόμα και το γουόκμαν το φρόντιζες, το καθάριζες για να μην σου την μασήσει, έψαχνες τα καλύτερα ακουστικά (εκείνα με την μεταλλική ράβδο σαν στέκα, όχι ψείρες), το έβαζες με έναν σεβασμό στην τσάντα. Παρέα μ'ένα γουόκμαν πέρασα ώρες και ώρες: ένα ξημέρωμα στα βραχάκια στον Πλαταμώνα, βραδιές στην βεράντα στο χωριό με τον Μιχάλη να μοιραζόμαστε τα ακουστικά και μια μπύρα, στην ημερήσια στο δημοτικό στο λεωφορείο, παντού. Ούτε κι εγώ δεν θυμάμαι τι έχω ακούσει: απο ζεϊμπέκικα και καψουροτράγουδα μέχρι Πυξ Λαξ, Μπλε, Βασίλη, Τρύπες, Ξύλινα Σπαθιά, άπειρα ξένα που δεν θυμάμαι τα ονόματα τους, ραδιόφωνο περιμένοντας να ακούσω την αφιέρωση μου στον εφηβικό μου έρωτα, την Μ...
Η μουσική άλλαξε, η ζωή άλλαξε, όλα αλλάξαν. Όλα τα παραπάνω μπορεί να ακούγονται σαν σαχλονοσταλγίες κάποιου που περνάει την κρίση των 25+ αλλά δεν είναι έτσι. Η κασέτα είναι μια αγάπη που ξέρεις και θυμάσαι πολύ καλά πότε ξεκίνησε αλλά δεν θα τελειώσει ποτέ. Δεν την ξεχνάω την εμπειρία μου με την κασέτα, αρνούμαι. Ήταν και παραμένει μια απο τις πιο ρομαντικές εμπειρίες μου, παρέα σε χιλιάδες στιγμές και συναισθήματα. Έτσι αγάπησα και την μουσική και την έβαλα στην ζωή μου, έμαθα να την ακούω ό,τι κι αν κάνω. After all, it's a "pleasure for the ears"...

Πέμπτη 30 Απριλίου 2009

Αμίνα

Μετά απο πολύ καιρό απουσίας και blogoσυγγραφής, είπα να επανέλθω. Γίνανε τόσα τους τελευταίους μήνες που σίγουρα μερικά τα ξεχνάω, όσο απολαυστικά κι αν ήταν. Κανονικά ήταν να γράψω για τα πεπραγμένα του 4ου Συνεδρίου Bookcrossing που έγινε στην Λάρισα το ΠΣΚ 24-26 Απριλίου. Ωστόσο, καμιά φορά η ζωή μας επιφυλάσσει εκπλήξεις που μας αλλάζουν τα σχέδια. Αυτή τη φορά η έκπληξη λέγεται Αμίνα και το ποστ είναι αφιερωμένο σ'αυτήν. 
Η Αμίνα είναι η κοπέλα στην φωτογραφία. Είναι απο την Αφρική αλλά μένει προς το παρόν στην Ελλάδα. Μιλάει άψογα ελληνικά κι έχει το πιο φωτεινό χαμόγελο που έχω δει εδώ και χρόνια. Η Αμίνα είναι καλλιτέχνις. Αληθινή όμως καλλιτέχνις, όχι σαν κάτι άλλους που είναι τρέχα γύρευε και κλάιν μάιν. Η κοπέλα είναι τον μισό καιρό άνεργη και πριν λίγες μέρες έστησε μια έκθεση στο Χατζηγιάννειο στην Λάρισα με διάφορα έργα της. Ας τα πάρουμε απο την αρχή:
Η Αμίνα πήγε σε μια καλλιτεχνική σχολή στον Βόλο, δεν έχω ιδέα πως την λένε. Εκεί λέει έμαθε κοπτική ραπτική, ζωγραφική και διάφορα άλλα καλλιτεχνικά. Η σχολή ωστόσο δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά και ζητούσε απο τους μαθητές να φέρουν ό,τι μπορούσαν για να ζωγραφήσουν πάνω του. Μάλιστα, σε περίπτωση που οι μαθητές ήταν φτωχοί και δεν είχαν να αγοράσουν τα απαραίτητα υλικά, τους λέγανε να φέρουν ο,τι υλικό μπορούσαν να βρουν: ξύλο, μπουκάλια, πέτρες, πανιά, ό,τι τέλος πάντων μπορούσαν να βρουν σε μια βόλτα στο δρόμο. Και οι μαθητές το έκαναν. Και πήγαιναν πέτρες επειδή δεν μπορούσαν να βρουν χαρτί, μπουκάλια πεταμένα και τσίγκο αντί για καμβά τεζαρισμένο. Και στην σχολή αυτή, κάποιοι γαμάτοι άνθρωποι, κάποιοι απίστευτοι άνθρωποι, κάτι μικροί θεοί τους μάθανε να ζωγραφίζουν, να βγάζουν την δημιουργικότητα τους σε μια επιφάνεια, σε ο,τι επιφάνεια να'ναι, αρκεί να στέκεται και να στεγνώνει το χρώμα. Κι αυτοί οι άνθρωποι, οι δάσκαλοι τους, τους δείξανε τεχνικές, τους μάθανε να δημιουργούν, να χρησιμοποιούν πινέλα, σκαρπέλα, χρώματα, οτιδήποτε βρίσκανε. Τέτοια η αφοσίωση τους, τέτοια η αγάπη τους για τους μαθητές και την Τέχνη. Τέτοιους ανθρώπους τους αγαπάω, όπως κι αν τους λένε, όποιοι κι αν είναι. Τους φιλώ τα πόδια για το πάθος τους, για το μυαλό τους, για τα κομματάκια της ψυχής τους που δίνουνε σε κάθε μαθητή και τον διδάσκουν. Θα το ξαναπώ: τέτοιοι άνθρωποι είναι μικροί θεοί!
Απο τα χέρια τέτοιων μικρών θεών, που δεν πιστεύουμε καν οτι υπάρχουν βγήκε η Αμίνα. Τα έργα της στο ισόγειο τους Χατζηγιαννείου είναι σε διάφορα μεγέθη, σε χαρτί, καμβά, τσίγκο, ξύλο, ο,τι έβρισκε. Ζωγράφισε και διακόσμησε μπουκάλια, έκανε κοσμήματα, ακόμα και κάτι πέτρες που βρήκε σε μια βόλτα στην παραλία τις πήρε και τις έκανε κόσμημα. Τα έργα της είναι υπέροχα κι ας μην είναι ταλεντάρα: έχουν μια ζωντάνια πρωτοφανή, χρώματα που είναι λες και βγήκαν απο το χαμόγελο της, εικόνες που δεν τις έζησα αλλά η Αμίνα τις κουβαλάει μέσα της και τις βγάζει σε μια οποιαδήποτε επιφάνεια. Η θέληση της είναι μεγαλύτερη απο την οικονομική της δυνατότητα και γι'αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ να εξελίσσεται. 
Την έκθεση της Αμίνα δεν την ήξερα. Καμιά εφημερίδα δεν έγραψε το παραμικρό, κανείς δημοσιογράφος δεν έγραψε το παραμικρό, κανένας οργανισμός δεν έστειλε το παραμικρό πουθενά. Την ανακάλυψα αφού είχα πάει να δω μια άλλη έκθεση, όπου εκεί ο μπουφές ξεχείλιζε απο ξύδια για τους ξιπασμένους που θα πάνε για το τσάμπα φαί κι αλκοόλ. Όταν κατέβηκα και είδα την έκθεση της Αμίνα, είδα στους πίνακες δυο διαφορετικά ονόματα στις υπογραφές. Την ρώτησα αν συμμετείχε κι άλλη κοπέλα στην έκθεση και μου είπε πως όχι, μόνη της τα έκανε. Το άλλο όνομα είναι της γιαγιάς της: όταν κάνει έναν ωραίο πίνακα η Αμίνα, καμιά φορά βάζει το όνομα της γιαγιάς της απο κάτω επειδή την αγαπάει πολύ. Μετά απ'αυτό είδα έργο προς έργο την έκθεση με βουρκωμένα μάτια. Όταν έφυγα κρύφτηκα σ'ένα πάρκινγκ κι έκλαψα για αρκετή ώρα. Δεν ξέρω γιατί. Γύρισα όμως κι αγόρασα ένα κόσμημα που έφτιαξε. Για ώρα μου έλεγε πόσο ασφαλές είναι να το φοράω και πως είναι καλής ποιότητας τα υλικά. Έφυγα προσπαθώντας να μην δει τα μάτια μου και κρατώντας σφιχτά το κόσμημα είχε ήδη αποφασίσει να το κρεμάσω στην τσάντα μου, για να το έχω πάντα μαζί μου, για να ξέρω σε τι κόσμο ζω.
Το χαμόγελο της Αμίνα δεν θα το ξεχάσω ποτέ. 

Σάββατο 17 Ιανουαρίου 2009

New year resolutions

Είναι οι πιο φορτωμένες μέρες της πιο φορτωμένης χρονιάς της ζωής μου. Και δεν είμαι αγχωμένος. Αλήθεια. Έχω χίλιες δυο δουλειές στα χέρια μου κι άλλες τόσες στο μυαλό μου. Δεν βρίσκω χρόνο ούτε καν για ποστ παρά μόνο για το φωτογραφικό ημερολόγιο αλλά ούτε αγχώνομαι ούτε στραβώνω.  Αντίθετα, δεν βρίσκω την ώρα να γεμίσω και μ'αλλα τον χρόνο μου και τα σχέδα μου. Η χρονιά ήρθε με πολλά νέα πράγματα κι έφυγε αφήνοντας πίσω πολλά. Το 2008 ήταν η πιο σπουδαία χρονιά της ζωής μου μέχρι τώρα: άλλαξα σαν άνθρωπος, άλλαξε η οπτική μου στην ζωή κι απέναντι στον εαυτό μου και τα αισθήματα μου γι'αυτόν. Γνώρισα ανθρώπους που πάντα ήθελα κι έψαξα θεσμούς και καταστάσεις. Γνώρισα έναν τρελό στο βουνό που μου έδειξε πως τα παιδιά είναι οι μεγαλύτεροι καλλιτέχνες. Έφαγα απο τα καλύτερα φαγητά στην ζωή μου (πχ τις καλύτερες φακές ever), γνώρισα ακόμα περισσότερα ροφήματα, έκοψα οριστικά το τσάι γιασεμί και πήγα στο τσάι Μαρόκο που μου πρότεινε η κολλητή μου. Απόκτησα καινούργια φωτογραφική μηχανή ευλογημένη απο την αγάπη ανθρώπων γύρω μου κι αγόρασα τους φακούς και την τσάντα που ήθελα εδώ και χρόνια.  Έβαλα το μυαλό μου σε μια τάξη, το ίδιο και τις προτεραιότητες μου και τα σχέδια μου. Και είναι πολλά, όλα τους. Αλλά όλα τους με κάνουνε λιγότερο ή περισσότερο ευτυχισμένο. Απο το Συνέδριο του Bookcrossing στην Λάρισα στις 24-26 Απριλίου, μέχρι τον Διαγωνισμό Crazy Creations απο το Artfools, την ίδια συνεργασία με το Artfools, τα πολλά φωτογραφικά projects που έβαλα τον εαυτό μου να υποσχεθεί να κάνει. Είναι κι αυτό. Πλέον υπόσχομαι στον εαυτό μου, όχι σε άλλον ή άλλη. Στο τέλος της μέρας είμαι εγώ κι ο καθρέφτης μου, ακόμα και στα χειρότερα σκοτάδια. Και γι'αυτό δεν έχω χρόνο να σπαταλάω τον χρόνο μου σε νεκρές σχέσεις και πράγματα, ακόμα κι αν το έκανα κάποτε. Πλέον δεν θα ξαναβάλω ούτε τον εαυτό μου ούτε πολύ κοντινούς μου ανθρώπους σε μια διαδικασία που τελικά σε κουράζει και την βαριέσαι. 
Πλέον πήρα μια απόφαση: να κάνω αυτό που θέλω έτσι ώστε ακόμα κι αν αποτύχω να ξέρω πως έκανα κάτι δημιουργικό, κάτι που θέλω εγώ, εγώ κι όχι κάποιος άλλος ή κάποια άλλη. "Για νέες ήττες, για νέες συντριβές!" που λένε και οι Τρύπες. Η καλύτερη ευχή για την νέα χρονιά ήτανε η εξής: "να φταις εσύ και μόνο εσύ για ό,τι κι αν πάθεις, να φας τα μούτρα σου και να το κατευχαριστηθείς, να μην έχεις κανέναν να κατηγορήσεις και να βγεις ωραιότερος και πλουσιότερος και πιο γεμάτος χρώματα". Και δεν μπορώ παρά να την τηρήσω μέχρι τέλος. Γιατί πλέον η ζωή μου δεν είναι ένα πράγμα αλλά πολλά διαφορετικά, διαφορετικές στιγμές που θα τις ζω και θα τις κρατάω στο μυαλό μου την κάθεμια για την αξία της, σαν μια πολύτιμη πολαρόιντ όπως αυτή επάνω που απεικονίζει το άλλο πάθος μου, το πράσινο τσάι με μέντα και συμπλήρωμα μια καραμέλα μέλι και λεμόνι. Αλλά έτσι κι αλλιώς, αυτά τα δυο ξέρω να τα απολαμβάνω και χωριστά και μαζί...

Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2008

Χιλιες λεξεις αλλα ποιές;

Είναι Ιούνιος του 2006, μέρα Τετάρτη νομιζω. Το βράδυ ειναι τα εγκαίνια της έκθεσης του Γιαννη Μπεχράκη με τίτλο "Χαος" στο Χατζηγιάννειο της Λάρισας. Δεν υπήρχε περιπτωση να το χάσω! Θα ήτανε η πρωτη έκθεση ενός τόσο μεγάλου ονοματος που θα έβλεπα ζωντανά. Και μαλιστα θα ήτανε και ο ίδιος ο Μπεχράκης στα εγκαίνια: ενας ζωντανος θρυλος της Φωτογραφίας στην Ελλάδα θα ητανε εκεί, διαθεσιμος για ερωτησεις! Φτάνω μετα το βαρετό μέρος των εγκαινίων, τις προσφωνήσεις των δήθεν επωνυμων και τοπικών αρχόντων. Δεν τον είχα δει ποτέ και δεν ηξερα πως ήτανε, περίμενα όμως πως θα τον αναγνωρίσω. Εν τω μεταξύ γυρνάω την έκθεση, με το στόμα ανοιχτό περνάω απο φωτογραφία σε φωτογραφία. Είναι τυπωμένες σε αρκετά μεγάλο μέγεθος και σε συνδυασμό με το θέμα τους (εικόνες απο εμπολεμες περιοχές) η κάθεμια ειναι γροθιά στο στομάχι. Μια φωτογραφία με ένα μεγάλο λευκό σεντόνι γεμάτο αίμα περασμενο σε ένα ιστίο σημαίας, ενα πληθος προσφυγων που περπατάνε, ενα παιδί κοιτάει μέσα απο ενα σπασμένο τζάμι και άλλες πολλές. Μέσα σ'αυτές ήτανε και η φωτογραφία επάνω. Το τεχνικό "κόλπο" του φωτογράφου (μεγάλη έκθεση και ζουμάρισμα του φακού) εστιάζει σε ένα νεκρό σώμα παιδιου. Δίπλα στην φωτογραφία ειναι ένα πηγαδάκι και στο κέντρο ειναι ο Μπεχράκης ο ίδιος: βραχύσωμος αλλα γυμνασμένος, γυαλίζει το μάτι του απ'αυτά που έχει δει: στην τελευταια αποστολή του, επιτεθήκανε στο κομβόι που επέβαινε και τον κυνηγήσανε οι αντάρτες. Πιστευοντας πως σε λίγο θα τον πιάνανε και θα τον σκοτώνανε, έβγαλε μια τελευταία φωτογραφία του εαυτού του. Ευτυχως επέζησε αυτης της περιπέτειας και την αφηγηθηκε.
Τον ρωτάνε πολλά και διάφορα. Για ώρα θέλω να τον ρωτησω κατι αλλα διστάζω. Σε μια παυση απο τις ερωτησεις, το παιρνω αποφαση και τον ρωτάω: "Εχετε ποτέ αισθανθεί εθισμένος σε φωτογραφίες πόνου και θανάτου; εχετε πιάσει τον εαυτο σας να αποζητά τέτοιες εικόνες;". Η απάντηση του έχει τυπωθεί στο μυαλό μου: μου διηγηθηκε μια προσωπική ιστορία. Οταν ήτανε στην Βαγδάτη, ένα χρόνο πριν τα εγκαίνια της έκθεσης, είχε βρεθεί κοντά σε έναν ναό πριν απο μια κηδεία. Ανέβηκε στον γυναικωνίτη κι εβγαλε μια σειρά φωτογραφίων, μια εκ των οποίων και αυτη επάνω. Μετά το τέλος της έκθεσης, εμαθε και την ιστορια πίσω απο την κηδεία: ενας πατέρας εθαβε τα τρία του παιδιά και την γυναίκα του, τους οποίους και κουβάλησε νεκρούς σε ενα κάρο επι χιλιόμετρα. Στην φωτογραφία ο πατέρας ο ίδιος βάζει στο φέρετρο το μικρότερο παιδί του. Το ίδιο απογευμα, πέρασε τις φωτογραφίες στον φορητό του και τις κοιτούσε, όταν τον πλησίασαν φίλοι του φωτογράφοι που κανανε φωτορεπορτάζ κι αυτοι στον πολεμο στο Ιρακ. Τότε, τους έδειξε ενθουσιασμένος τις φωτογραφίες της κηδείας, εξαιρετικά ικανοποιημένος απο το αισθητικό αποτέλεσμα και δέχτηκε τα κολακευτικά σχόλια απο τους φίλους του. Και τότε πάγωσε! Πάγωσε επειδη συνειδητοποίησε τι έκανε, με τι χαιρότανε, τι σχολίαζε αισθητικά και τι επεδείκνυε σαν ποιοτικό έργο στους φίλους του. Μετά την περιγραφή αυτή μου είπε ενα δυο πράγματα παραπάνω: καμιά φορά ο άνθρωπος που κάνει την δουλειά του σε αυτη την τρέλα του πολέμου και του θανάτου, την συνηθίζει τόσο πολύ που την διαχειρίζεται εντελώς διαφορετικά πια. Δεν είσαι άνθρωπος, εισαι φωτογραφική μηχανή μερικές φορές και καταγράφεις. Έτσι πρέπει, δεν μπορείς να αναμιχθείς με την κάθε εικόνα που βλέπεις και καταγράφεις. Αλλα δεν μπορείς να το κάνεις συνέχεια αυτό. Γιατί όσο καλός και καλοπληρωμένος φωτογράφος αν είσαι, εισαι και άνθρωπος. Κι έχεις και οικογένεια και παιδιά και φίλους και ο θάνατος σε τρελαίνει σε λίγο καιρό. Γι'αυτό μου και πρέπει να κάνεις αποχή απο τέτοιες αποστολές. Αλλιώς μπορεί να σε αλλάξει επικίνδυνα όλο αυτό. 
Εκείνη ακριβώς την στιγμη, δίπλα μου βρισκεται μια δήθεν επωνυμη πλούσια Λαρισαία απ'αυτές που ποζάρουνε τις ρυτίδες του προσώπου και της ψυχης τους συχνα στις εφημερίδες και πετάγεται και αναφωνει: "Μα ειναι Τέχνη! Η φωτογραφία αυτη είναι Τεχνη!". Αναφερότανε στην φωτογραφία αυτή, με τον πατέρα να κηδεύει το παιδί του το ίδιο.
Ο καθένας τα ερμηνευει κάτι τέτοια όπως θέλει, δε λέω. Μήπως όμως σαν άνθρωποι έχουμε διαμορφώσει μια αισθητική στην οποία έχουμε μια επιλεκτική μυωπία: βλέπουμε μια φωτογραφία αισθητικά λες και δεν βλέπουμε τι δείχνει, αδιαφορούμε για το θέμα αλλα μας νοιάζει η απόδοση του; Η ηθική μας έχει φτάσει σε ένα σημείο να λέμε πως αφού δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι για αυτό που βλέπουμε, τουλάχιστον ας το βλέπουμε σαν θέαμα, ας κοιτάμε τους καημένους νεκρούς την ώρα που εμεις εχουνε αναπαυτεί σε ένα "κι εγω τι να κάνω;". Είναι η φωτογραφία και το θέμα της δυο διαφορετικά θέματα; μια φωτογραφία είναι χίλες λέξεις, συμφωνω, αλλα ποιές λέξεις; τι μας λέει η φωτογραφία που βλέπουμε; ξερουμε να διαβάσουμε την φωτογραφία ή προτιμάμε να θαυμάσουμε το σύμπλεγμα φόρμας, γεωμετρίας και χρώματος; υπάρχουνε αισθητικοί περιορισμοί σε συγκεκριμένα θέματα; πρέπει δλδ να λέμε πως σε κάποια θέματα πρέπει να προσέχει ο φωτογράφος πως να τα αποδόσει ενω σε άλλα η "καλλιτεχνικότητα" είναι σαν να χρυσώνουμε ένα χάπι που δεν πρέπει να χρυσώνουμε επειδη είναι μια σκληρή εικόνα; πόσο εύκολα μπορούμε να κρίνουμε αν μια εικόνα είναι ιερόσυλο να την διαχειριζόμαστε αισθητικά όταν είμαστε μακριά απο το γεγονός (πόλεμο, καταστροφή κλπ); 
Τελικά, όταν βλέπουμε μια εικόνα, την βλέπουμε πραγματικά ή βλέπουμε ένα κομμάτι απο τον εαυτό μας σε αυτήν; η απόρριψη ή η έγκριση της, ειναι και γνωμοδότηση για τον χαρακτηρα μας;...

Σάββατο 22 Νοεμβρίου 2008

Τι κάνει μια φωτογραφία καλή;

Σήμερα, μέρα βροχερή και συννεφιασμένη (αλλά με καθαρή ατμόσφαιρα όταν δεν έβρεχε και ωραίο φως) βγήκα βόλτα στο κέντρο της Λάρισας. Τον τελευταίο καιρό αποφάσισα να πολεμήσω ακόμα έναν φωτογραφικό μου δαίμονα, να φωτογραφίζω ανθρώπους και μάλιστα όταν με κοιτάνε ή ενω ξέρουνε πως τους φωτογραφίζω. Σε ένα απο τα πιο κεντρικά σημεία της Λάρισας, δίπλα σε ένα απο τα πολλά μας συντριβάνια ήτανε σε μια αναπηρική καρέκλα μια γηραιά κυρία. Σκεβρωμένη, με σκυφτό κεφάλι και παλιά ρούχα, ήτανε ο ορισμός της κυρίας που ζητούσε ελεημοσύνη. Κοιτώντας την για 2" είδα πίσω της το λευκό συντριβάνι κι έμοιαζε τέλειο φόντο για μια τέτοια εικόνα. Σήκωσα την μηχανή, εστίασα, έφτιαξα το κάδρο μου...αλλά σταμάτησα. Δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα τεχνικό. Ηθικό ήτανε το θέμα. Μια φωτογραφία ενός ταλαιπωρημένου ανθρώπου που ζητάει βοήθεια είναι μια "καλή" φωτογραφία; 
Θυμάμαι κάποτε στην σχολή είχε έρθει ο Γιάννης Σταθάτος, μεγάλος φωτογράφος και με μεγάλη προσφορά στις Φωτογραφικές Συναντήσεις Κυθηρων, για μια ομιλία. Στο διάλειμμα τον πλησίασα εγω και κάποιοι άλλοι για ερωτήσεις. Κάποιος τον ρώτησε: "τι κάνει καλή μια φωτογραφία;". Κι εκεινος σαν να ειχε ακούσει χίλιες φορές την ερώτηση, είπε "αμα το ήξερα, αγόρι μου, θα το εβαζα σε καθε φωτογραφία, μονο τι δεν πρεπει να έχει μια φωτογραφία ξερω". Η εικόνα ενός ανθρώπου που ζητάει ελεημοσύνη είναι στοιχείο που μπαίνει στην φωτογραφία; υπάρχει όριο στο πόσο καταγραφικός ή όχι μπορεί να είναι ο ρόλος του φωτογράφου; Δηλαδή, μπορώ να παραμυθιάσω τον εαυτό μου και να πω πως εφόσον εγω "απλά φωτογραφίζω αυτό που υπάρχει μπροστά μου, γύρω μου", δεν κάνω κακό; 
Πως να σχολιάσω μια φωτογραφία σαν αυτή επάνω; παρόλο που είναι δικιά μου δεν ξερω πως να εκφραστώ. Μπορώ να την πω "καλή"; μπορεί να είναι καλή ή ωραία ή όμορφη μια φωτογραφία πέρα απο το περιεχόμενο της; Ξερω, θα έχει γίνει το ερώτημα απο κάποια αυθεντία, αλλα στον "διαλογο" μου με την φωτογραφία μου δεν είναι παρούσα η αυθεντία. Είναι ωραία μια φωτογραφία πόνου; είναι όμορφες οι φωτογραφίες απο πολεμικές ανταποκρίσεις ή καταστροφές που βλέπουμε; όπως κι αν τις κρίνουμε παντως, είναι αυτές που μας κάνουνε να θυμόμαστε και το συμβάν και τον φωτογράφο: μερικοί απο τους μεγαλύτερους φωτογράφους στην Ιστορία έχουνε συνδεθεί με οδυνηρές περιόδους ή συμβάντα όπως πόλεμοι, πείνα, αρρώστιες, θανατο και καταστροφή. Είναι θέαμα ο πόνος; κι απο την άλλη, γιατι να μην είναι εφόσον κι αυτός είναι μέρος της ζωής. Δεν ρωτάω αν είναι "τέχνη", το έρώτημα είναι μεγάλο και πολυ δυσκολότερο απ'οτι φαίνεται. Είναι θέαμα ο πόνος; η ανήμπορη κυρία στο καροτσάκι είναι θέαμα για φωτογραφία; έχω δικαίωμα να αγοράσω την εικόνα της αμα βάλω μερικά κέρματα στο χέρι της μηπως; είναι ίσως η απόσταση (ψυχολογική, υγείας, οικονομική) που με κάνει να έχω την άνεση να την φωτογραφίζω και να βλέπω την εικόνα της; μαλακώνει την σκληράδα των φωτογραφιών που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων το γεγονός οτι εκείνη την ώρα τρώμε το μεσημεριανό μας κι απλά χαζεύουμε; είναι ο φωτογράφος ή ο κόσμος που κρίνει τέτοια πράγματα; είναι πολλές και άκυρες τόσες ερωτησεις; 
Στο ερώτημα αν ένα "κλικ" αξίζει τοσες ερωτησεις παντως, ξερω την απάντηση. Ναι.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2008

Βόλτα...

Όπως λέει κι εδω "δεν είν' η δόξα, δεν είναι τα λεφτά/ είναι του δρόμου η χαρά"
Σαν την βόλτα μέσα στο γρασίδι, είτε μόνο είτε με παρέα, με τα φύλλα πεσμένα κάτω και να ακούς τον ήχο τους καθώς περπατάς αναμεσα τους δεν μπορώ να σκεφτώ.
Η φωτογραφία είναι απο το πάρκο Αλκαζάρ στην Λάρισα...

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2008

It's a bookcrossing world after all...


Αν δεν ξέρετε ήδη τι είναι το Bookcrossing μπορείτε να διαβάσετε τον Ταξιδιωτικό Οδηγό του. Ή αν είστε bloggers και μπορείτε  να διαβάσετε άνετα στον υπολογιστη, τοτε διαβάστε την καλύτερη ίσως σειρά άρθρων (1, 2, 3, 4, 5) σε blog που γράφτηκε απο bookcrosser και blogger στην Ελλάδα. Με λίγα λόγια, το bookcrossing ειναι η ιδέα του να απελευθερώνεις βιβλία ωστε να μην "φυλακίζονται" στα ράφια μιας βιβλιοθήκης. Αυτό μπορεί να γίνει είτε ελεύθερα, σαν wild release δλδ, ή ελεγχόμενα, σε Ζώνη ή μεσω bookring και bookbox. 
Το τι είναι πραγματικά το bookcrossing μπορείς να το περιγράψεις σε έναν συγκεκριμένο αριθμό σειρών. Μεγάλο, αλλα συγκεκριμένο. Και μπορεί να ειναι και το ίδιο το bookcrossing  κάτι συγκεκριμένο. Αλλα πέρα απο τις περιγραφές, το bookcrossing στην Ελλάδα είναι κάτι περισσότερο. Πέρα και πάνω απο μια ιδέα ειναι οι άνθρωποι του.
Πριν απο τρία χρόνια περίπου, γράφτηκα στο bookcrossing μετά απο μια ανακοίνωση που είδα σε ένα φυλλάδιο σε κάποιο κυλικείο. Για εναμιση χρόνο σχεδόν ημουνα αμέτοχος: μικρή συμμετοχή στο forum, λίγα βιβλία, γενικα λίγη κίνηση.  Μετά γνώρισα τους ανθρώπους του και απο τότε είμαι μαγεμένος. Απο τότε, κάθε μήνα, τουλάχιστον μια φορά, βρίσκομαι με bookcrossers απο την Λάρισα, ανθρώπους που δεν ήξερα ποτέ και δεν είχαμε κανένα κοινό πριν γνωριστούμε με αφορμή το bookcrossing. Κι απο τότε θεωρώ αυτους τους δυο τρεις ανθρώπους φίλους μου, κι ευχομαι κι εκείνοι να με βλέπουνε έτσι. Τον τελευταίο καιρό μάλιστα βρισκόμαστε ακόμα πιο συχνά για να συζητησουμε για το επερχόμενο συνέδριο που θα γίνει στην Λάρισα, την Άνοιξη του 2009. Ναι, καθε χρόνο γίνεται ένα "συνέδριο", μια πανελλήνια συνάντηση που κρατά 3-4 μέρες και γνωριζόμαστε μεταξύ μας, βλέπουμε ήδη γνωστούς και προσθέτουμε κι άλλους, ανταλλάζουμε δώρα και χαμόγελα και περνάμε όσο καλύτερα γίνεται. Όπως γίνεται και συνηθως στις μηνιαίες συναντήσεις που γίνοντα σε όλη την Ελλάδα σχεδόν: Θεσσαλονίκη, Αθήνα, Κρήτη, Βόλο κι ελπίζουμε κι αλλού. Συναντήσεις που ξεκινήσανε απο ένα αμήχανο καφεδάκι 3-4 ατόμων και τώρα έχει γίνει ενας 4ωρος καφές-φαγητό-ποτό με πολύ χαμόγελο, απο άτομα που ανυπόμονα περιμένουνε αυτη την μαγική μέρα που θα δούνε ανθρώπους που γνωρίσανε μέσω bookcrossing. Και μεσα απο αυτές τις συναντήσεις βλέπουμε ήδη σχέσεις, γάμους, εγκυμοσύνες, πολλά. 
Το bookcrossing μου άλλαξε την ζωή όχι μόνο με τους ανθρώπους του αλλα και με τα βιβλία του: γνώρισα τον Gabriel Garcia Marquez, διαβασα το Tuesdays with Morrie που με συντάραξε, το Five People you meet in Heaven, την Θαλασσα του Χαρούν, την Ασκητικη. Μου πήρανε δώρο τον Μικρό Πρίγκηπα. Γέλασα μέχρι δακρυων πολλές φορές με τον Λένο Χρηστιδη. Απέκτησα τα Ανοιχτά Χαρτιά του Ελύτη που το φυλάω σαν Βίβλο. Χαμογέλασα για ώρες με τον Τριβιζά και τις ιστοριες του. Διαβασα χιλιάδες σελίδες που με επηρεάσανε όσο ελάχιστα πράγματα στην ζωή μου. Και τα πιο πολλά απ'αυτά μάλιστα χωρις καν να αγοράσω τα βιβλία...
Οι καλύτεροι μου φίλοι ειναι bookcrossers πια. Τα πιο πολλά ονόματα στον κατάλογο του κινητού μου έχουνε ένα "πραγματικό" όνομα κι ένα ψευδώνυμο δίπλα, αυτο που χρησιμοποιούνε στο bookcrossing. Τις προάλλες βγήκα για φαγητό και καφέ με bookcrossers. Και δεν ειναι οι πρώτοι φορά. Πριν απο ενάμιση μήνα ήρθανε bookcrossers αλλα κυριως (και πλέον) φίλοι απο Αθήνα και Θεσσαλονίκη στον Βόλο όπου και περάσαμε μια υπέροχη μέρα με καφέ, φαγητό, γλυκά, γέλια, βιβλία, φωτογραφίες και πολλά χαμόγελα. Έχω αναβάλει δουλειές για να δω bookcrossers. Εχω περάσει βράδια και βράδια με κάποιους απ'αυτους. Έχω κλάψει, γελάσει, συζητησει, πιει κιλά καφέ και τσάι, φάει κομμάτια και κομμάτια πίτσας και γλυκών, δει ταινιες, πάει για μπάνιο, για ψώνια, κάνει τα πάντα μαζί τους. Όλη μου η ζωή πια είναι με ανθρώπους που προέρχονται απο το bookcrossing σχεδόν, bookcrossers απ'ολη την Ελλάδα. Λάθος, όχι bookcrossers. Φίλοι.